Δομημένη Ψυχιατρική Κλινική Συνέντευξη DSM-5
Η Δομημένη Ψυχιατρική Κλινική Συνέντευξη DSM-5, γνωστή ως SCID-5-CV, αποτελεί ένα διαγνωστικό εργαλείο που χρησιμοποιείται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας, για την αξιολόγηση ψυχιατρικών διαταραχών, σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-5. To DSM-5 είναι διαγνωστικό στατιστικό εγχειρίδιο Ψυχικών διαταραχών της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας, το οποίο χρησιμεύει ως μία καθολική αρχή για την ψυχιατρική διάγνωση.
Η συνέντευξη καλύπτει ευρύ φάσμα διαταραχών, όπως η σχιζοφρένεια, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η διπολική διαταραχή, οι διαταραχές άγχους και πολλές άλλες. Η συνέντευξη αυτή επιτρέπει την συστηματική και οργανωμένη συλλογή πληροφοριών για την ψυχική κατάσταση του ασθενούς, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα.
Ο στόχος της συνέντευξης είναι να διευκολύνει την ακριβή διάγνωση των ψυχικών διαταραχών και να προσφέρει τη βάση για την ανάπτυξη ενός εξατομικευμένου θεραπευτικού πλάνου. Τα αποτελέσματα της συνέντευξης παρέχονται από ειδικό ψυχικής υγείας, ο οποίος μπορεί να τα συνδυάσει με άλλες διαγνωστικές εξετάσεις, προκειμένου να καθορίσει την καλύτερη στρατηγική παρέμβασης.
Η συνέντευξη μπορεί να διαρκέσει από 60 έως 120 λεπτά, ανάλογα με την πολυπλοκότητα της περίπτωσης.
Αγχώδεις Διαταραχές
Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν τις πιο συχνές ψυχικές διαταραχές και μπορεί αν επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινή ζωή και τη λειτουργικότητα του ατόμου. Η διάγνωσή τους απαιτεί λεπτομερή κλινική αξιολόγηση και χρήση συγκεκριμένων διαγνωστικών εργαλείων, με βάση τα πρότυπα του DSM-5.
Για τη διάγνωση αγχωδών διαταραχών, απαιτούνται συγκεκριμένα συμπτώματα, όπως υπερβολική ανησυχία, αϋπνία, σωματική ένταση και δυσκολία συγκέντρωσης. Κάθε διαταραχή, όπως η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, η Διαταραχή Πανικού, η Αγοραφοβία, η Κοινωνική Φοβία και οι Ειδικές Φοβίες, περιλαμβάνει ειδικά διαγνωστικά κριτήρια. Τα πιο συχνά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των αγχωδών διαταραχών περιλαμβάνουν την Κλίμακα Άγχους Hamilton (HAM-A), η οποία αξιολογεί τη σοβαρότητα των σωματικών και ψυχικών συμπτωμάτων άγχους, και το Ερωτηματολόγιο Άγχους Beck (BAI), το οποίο εκτιμά τη σοβαρότητα του άγχους, με βάση τις σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου. Επίσης, χρησιμοποιείται η Γενικευμένη Κλίμακα Άγχους (GAD-7), συγκεκριμένα για τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή.
Διαταραχές της Διάθεσης
Η κατάθλιψη αποτελεί μία συχνή ψυχική διαταραχή, η οποία μπορεί να επιδράσει σημαντικά στη λειτουργικότητα του ατόμου, επηρεάζοντας την εργασιακή του απόδοση, τις διαπροσωπικές του σχέσεις και την καθημερινή του δραστηριότητα.
Η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή απαιτεί την παρουσία τουλάχιστον πέντε από τα ακόλουθα συμπτώματα, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν είτε καταθλιπτική διάθεση ή απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης, κατά τη διάρκεια του ίδιου επεισοδίου 2 εβδομάδων: καταθλιπτική διάθεση κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας, αξιοσημείωτα ελαττωμένο ενδιαφέρον σε δραστηριότητες ή απολαύσεις, σημαντική απώλεια ή απόκτηση βάρους, αϋπνία ή υπερυπνηλία, ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση, κόπωση ή απώλεια ενέργειας, συναισθήματα αναξιότητας ή υπερβολικής ενοχής, μειωμένη συγκέντρωση, επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας.
Η Δυσθυμία αποτελεί μία ψυχική διαταραχή κατά την οποία ένα άτομο αναφέρει κατάθλιψη ή ανηδονία για τουλάχιστον 2 χρόνια, που έχει ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική δυσχέρεια ή βλάβη, καθώς και τουλάχιστον δύο από τα συμπτώματα του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου.
Η διαδικασία διάγνωσης για κάθε διαταραχή είναι πολυδιάστατη και περιλαμβάνει τη λήψη λεπτομερούς ιστορικού, την κλινική αξιολόγηση και τη χρήση εξειδικευμένων τεστ. Αυτή η προσέγγιση εξασφαλίζει μια ολοκληρωμένη κατανόηση της κατάστασης του ασθενούς και επιτρέπει τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού εξειδικευμένου θεραπευτικού πλάνου.
Η διάγνωση της κατάθλιψης βασίζεται στα κριτήρια του διαγνωστικού εγχειριδίου DSM-5 και πραγματοποιείται μέσω κλινικής συνέντευξης και ειδικών τεστ. Το BDI-II (Beck Depression Inventory-II) και το DASS-21 (Depression Anxiety Stress Scales-21) αποτελούν εργαλεία που μετρούν τη σοβαρότητα της κατάθλιψης και προσφέρουν μια συνολική εικόνα της εμπειρίας του ατόμου.
ΔΕΠΥ Ενηλίκων
Η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/ Υπερκινητικότητας) είναι μία νευροαναπτυξιακή διαταραχή που συνήθως διαγιγνώσκεται στην παιδική ηλικία, αλλά συχνά συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Χαρακτηρίζεται από συμπτώματα, όπως η δυσκολία στην προσοχή, η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου σε τομείς, όπως η εργασία και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Αν και η ΔΕΠΥ διαγιγνώσκεται κυρίως στα παιδιά, γίνεται όλο και πιο αντιληπτό ότι πολλοί ενήλικες συνεχίζουν να εμφανίζουν συμπτώματα τα οποία επιδρούν αρνητικά στη ζωή τους.
Η διάγνωση της ΔΕΠΥ στους ενήλικες γίνεται μέσω ενός συνδυασμού ψυχομετρικών εργαλείων και κλινικών αξιολογήσεων από ειδικούς ψυχικής υγείας. Η διαδικασία αυτή είναι πολυδιάστατη και περιλαμβάνει τη λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού, την ανάλυση των τρεχόντων συμπτωμάτων και τη χρήση εξειδικευμένων τεστ.
Η αναλυτική κλινική συνέντευξη περιλαμβάνει συζήτηση με τον ασθενή και, αν είναι δυνατόν, με άτομα από το στενό του περιβάλλον (όπως γονείς ή σύντροφος), ώστε να καταγραφεί το ιστορικό της συμπεριφοράς από την παιδική ηλικία έως την ενήλικη ζωή. Η συνέντευξη και η διάγνωση της ΔΕΠΥ βασίζεται στα κριτήρια του DSM-5 (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών). Το DSM-5 διαχωρίζει τη ΔΕΠΥ σε τρεις βασικούς τύπους: ο τύπος με κύριο σύμπτωμα τη διάσπαση προσοχής, ο τύπος με κύριο σύμπτωμα την υπερκινητικότητα/παρορμητικότητα και ο συνδυασμένος τύπος. Ο ειδικός εξετάζει τον αριθμό, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια των συμπτωμάτων, και το κατά πόσο επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργία του ατόμου.
Επιπλέον, τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν σημαντικό εργαλείο στη διάγνωση της ΔΕΠΥ. Το Adult ADHD Self-Report Scale (ASRS) χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των συμπτωμάτων και επικεντρώνεται στην προσοχή, την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα.
Κατά τη διαδικασία της διάγνωσης, οι κλινικοί εξετάζουν επίσης την πιθανή συνύπαρξη άλλων διαταραχών, όπως η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές. Η αξιολόγηση αυτή είναι σημαντική, καθώς πολλές από αυτές τις διαταραχές μπορεί να έχουν παρόμοια συμπτώματα με τη ΔΕΠΥ ή να συνυπάρχουν με αυτή.
Συνολικά, η διάγνωση της ΔΕΠΥ σε ενήλικες απαιτεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση που συνδυάζει την κλινική αξιολόγηση, τα ψυχομετρικά τεστ και τη λήψη πληροφοριών από πολλαπλές πηγές, ώστε να αποτυπωθεί η πλήρης εικόνα της κατάστασης και να δημιουργηθεί ένα εξειδικευμένο θεραπευτικό πλάνο.
Άνοια , Αλτσχάιμερ, Εγκεφαλικά
Ο Νευροψυχολογικός έλεγχος χρειάζεται να χορηγείται ως επί το πλείστον σε ηλικίες 55+ για την διερεύνηση των γνωστικών λειτουργιών του ατόμου και για την πρόωρη και έγκαιρη διάγνωση ή πρόληψη πιθανόν γνωστικών ελλειμμάτων. Συναντάται συνήθως σε εκφυλιστικές νόσους όπως είναι η άνοια και το Αλτσχάιμερ, μετά από εγκεφαλικά και σε ήπιες γνωστικές δυσκολίες λόγω γήρανσης και κατάθλιψης.
Συνήθως χρειάζεται να γίνεται κάθε χρόνο εκτός εάν παρουσιαστεί κάποια σημαντική διαφοροποίηση στην κλινική εικόνα του λήπτη της υπηρεσίας ή έχει συμβεί κάποιο γεγονός που έχει λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγοντας.
Επιβαρυντικοί παράγοντες για την εμφάνιση γνωστικών ελλειμμάτων πέραν των ιατρικών θεμάτων είναι το πένθος, η απώλεια εργασίας, η συνταξιοδότηση, η απώλεια κοινωνικής ζωής κ.α.
Σημαντικά πράγματα που χρειάζεται να παρατηρήσουμε ώστε να απευθυνθούμε σε κάποιον ειδικό για τον έλεγχο είναι: εάν ο άνθρωπος το τελευταίο διάστημα παρουσιάζει σημαντική αλλαγή στην συμπεριφορά του ή στην μνήμη του, διαταραχή ύπνου, διαταραχή κρίσης, αποπροσανατολισμό, διάσπαση προσοχής, αδυναμία ανάσυρσης πληροφοριών, δυσκολία εύρεσης λέξεων και συχνό εκνευρισμό είναι κάποια από τα στοιχεία που χρειάζεται να μας κινητοποιήσουν.
Η νευροψυχολογική αξιολόγηση παίζει σημαντικό ρόλο στην διαφοροδιάγνωση καθώς στην αξιολόγηση της πορείας της θεραπείας.
Τα αποτελέσματα από τα τεστ δίνονται ως αναφορά σε Νευρολόγο ή Ψυχίατρο που μαζί με τις εξετάσεις που μπορεί να ζητήσει ο ίδιος ( απεικονιστικές εξετάσεις κ.α) καταλήγει στην διάγνωση και στους τρόπους παρέμβασης, φαρμακευτικά και μη φαρμακευτικά.
Η διάρκεια χορήγησης είναι στα 60 λεπτά.
Η χορήγηση των ψυχομετρικών εργαλείων μπορεί να πραγματοποιηθεί και σε κάποιες περιπτώσεις στην οικεία του ενδιαφερόμενου.
